αιλουροβοσκός

αἰλουροβοσκός, ο (Α)
(στην Αίγυπτο) αυτός που φροντίζει τους αίλουρους, τις ιερές γάτες (η λέξη απαντά σε επιγραφή).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βοσκός — ο (AM βοσκός) αυτός που βόσκει, που τρέφει κοπάδι ζώων, ο ποιμένας (αρχ. μσν.) αρχηγός, ηγέτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. λέξη που προήλθε πιθ. με απόσπαση από προγενέστερα σύνθετα σε βοσκός (< βόσκω), πρβλ. ανθο βοσκός, γηρο βοσκός, λωτο βοσκός, προ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.